Κατ’ αρχήν, η απόκτηση ακινήτων μέσω κληρονομιάς υπόκειται σε φόρο κληρονομιάς σύμφωνα με τον Νόμο περί Φόρου Κληρονομιάς και Δωρεών (ErbStG). Ο νόμος αυτός ορίζει ότι τόσο τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία όσο και τα ακίνητα υπόκεινται σε φορολογία, ενώ το ύψος του φόρου εξαρτάται από την αγοραία αξία του ακινήτου καθώς και από τον βαθμό συγγένειας (βλ. Finanztip, 2025; Erbrechtsinfo, 2024). Η αποτίμηση του ακινήτου πραγματοποιείται συνήθως από την εφορία με βάση νομικά καθορισμένες μεθόδους αποτίμησης, οι οποίες βασίζονται σε συγκριτικές αξίες, αποδόσεις ή υλικές αξίες (βλ. Heid Immobilienbewertung, 2024).
Κεντρικό στοιχείο της φορολογίας αποτελούν τα νόμιμα αφορολόγητα όρια, τα οποία ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας. Οι σύζυγοι μπορούν να κληρονομήσουν περιουσιακά στοιχεία αξίας έως 500.000 ευρώ αφορολόγητα, τα παιδιά έως 400.000 ευρώ. Για τα εγγόνια ισχύουν 200.000 ευρώ, ενώ για μη συγγενείς παραμένουν αφορολόγητα μόλις 20.000 ευρώ (βλ. KSK-Immobilien, 2024; Wüstenrot, 2025). Ιδιαίτερα για ακίνητα σε περιζήτητες τοποθεσίες, αυτό το αφορολόγητο όριο συχνά δεν επαρκεί, με αποτέλεσμα να προκύπτει φορολογική επιβάρυνση.
Ιδιαίτερη φορολογική ελάφρυνση ισχύει για τη λεγόμενη οικογενειακή κατοικία. Εάν ένα ακίνητο που χρησιμοποιείται για ιδία χρήση κληροδοτηθεί στον/στη σύζυγο ή στα παιδιά και συνεχίσει να χρησιμοποιείται για ιδία χρήση, μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μεταβιβαστεί πλήρως αφορολόγητα. Προϋπόθεση είναι ο κληροδότης να κατοικούσε ο ίδιος στο ακίνητο μέχρι τον θάνατό του και ο κληρονόμος να το αναλάβει αμέσως και να το χρησιμοποιεί ο ίδιος για τουλάχιστον δέκα χρόνια (βλ. Finanztip, 2025). Για τα παιδιά ισχύει επιπλέον ένα όριο 200 τετραγωνικών μέτρων κατοικημένης επιφάνειας για την πλήρη φοροαπαλλαγή (βλ. Erbrechtsinfo, 2024). Εάν το ακίνητο πωληθεί ή εκμισθωθεί εντός αυτής της προθεσμίας, η φορολογική απαλλαγή παύει να ισχύει αναδρομικά.
Και τα εκμισθωμένα ακίνητα υπόκεινται σε ειδικές ρυθμίσεις. Σε αυτή την περίπτωση, ο νομοθέτης προβλέπει έκπτωση δέκα τοις εκατό επί της αξίας του ακινήτου, έτσι ώστε να φορολογείται μόνο το 90 τοις εκατό της αγοραίας αξίας. Ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στο να ληφθεί υπόψη η κοινωνική σημασία των ενοικιαζόμενων κατοικιών (βλ. Heid Immobilienbewertung, 2024; Wüstenrot, 2025).
Παρά τις φορολογικές αυτές ελαφρύνσεις, η κληρονομιά ενός ακινήτου αποτελεί στην πράξη συχνά οικονομική πρόκληση. Ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη αύξηση των τιμών των ακινήτων, η φορολογική επιβάρυνση μπορεί να είναι σημαντική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κληρονόμοι αναγκάζονται να εκχωρήσουν το ακίνητο, εν όλω ή εν μέρει, προκειμένου να μπορέσουν να εξοφλήσουν τον οφειλόμενο φόρο κληρονομιάς (βλ. Verband Wohneigentum, 2024). Αυτό καταδεικνύει πόσο σημαντικός είναι ο προνοητικός προγραμματισμός.
Εκτός από τα φορολογικά ζητήματα, κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν και νομικά και οργανωτικά θέματα. Οι κληρονόμοι πρέπει να αποφασίσουν αν θα αποδεχθούν ή θα απορρίψουν την κληρονομιά. Με την αποδοχή, στον κληρονόμο μεταβιβάζονται όχι μόνο περιουσιακά στοιχεία, αλλά και πιθανές υποχρεώσεις, όπως δάνεια ή καθυστερήσεις συντήρησης (βλ. Erbrechtsinfo, 2024). Επιπλέον, στην περίπτωση πολλών κληρονόμων μπορεί να δημιουργηθεί κληρονομική κοινότητα, η οποία συχνά συνδέεται με προβλήματα συνεννόησης και συγκρούσεις, ιδίως όταν πρόκειται για τη χρήση ή την πώληση του ακινήτου.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο έγκαιρος προγραμματισμός της κληρονομιάς αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Μέσω δωρεών εν ζωή, τα φορολογικά αφορολόγητα όρια μπορούν να αξιοποιηθούν πολλαπλά, καθώς αυτά είναι διαθέσιμα εκ νέου κάθε δέκα χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο, η φορολογική επιβάρυνση μπορεί να μειωθεί σημαντικά (βλ. Wüstenrot, 2025). Επιπλέον, μπορούν να ληφθούν υπόψη μέσα όπως τα δικαιώματα επικαρπίας ή η μεταβίβαση σε οικογενειακές εταιρείες, προκειμένου να μεταβιβαστούν ακίνητα με δομημένο και φορολογικά βελτιστοποιημένο τρόπο.
Συνοψίζοντας, μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα ακίνητα κατέχουν ιδιαίτερη θέση σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής. Συχνά διατηρούν τη αξία τους και αποτελούν ουσιαστικό μέρος της περιουσίας, αλλά ταυτόχρονα συνεπάγονται πολύπλοκες φορολογικές και νομικές απαιτήσεις. Ο έγκαιρος προγραμματισμός καθώς και η εμπεριστατωμένη συμβουλευτική είναι επομένως καθοριστικής σημασίας για την ελαχιστοποίηση των οικονομικών κινδύνων και την αποτελεσματική διαμόρφωση της μεταβίβασης της περιουσίας.
| Adresse |
Auf dem Driesch 42
50259
Pulheim
|
| Tel. | +49 2238 - 30 41 48 0 |
| Fax | +49 2238 - 30 41 48 11 |
| [email protected] |
Auf dem Driesch 42
50259 Pulheim
| Tel. | +49 2238 - 30 41 48 0 |
| Fax | +49 2238 - 30 41 48 11 |
| [email protected] |




